βούργον

βούργον
βοῡργον, το (Μ)
κατοικημένη περιοχή γύρω από κάστρο ή πύργο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (μσν. λατ.) burgum].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”